Close
Είσοδος στον λογαριασμό σας
Το καλάθι μου

Προϊόντα: {{countCartProducts}}
Σύνολο : {{(cartTotal * selectedCurrency.rate).toFixed(2)}}€ - {{(cartDefaultCouponDiscount * selectedCurrency.rate).toFixed(2)}}€ = {{((cartTotal - cartDefaultCouponDiscount) * selectedCurrency.rate).toFixed(2)}}€ {{(cartTotal * selectedCurrency.rate).toFixed(2)}}€

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ 🌍

BLOG
author image

Αντιμετώπιση συναισθηματικών αναγκών της ασθενούς

Αντιμετώπιση συναισθηματικών αναγκών της ασθενούς

Αντιμετώπιση συναισθηματικών αναγκών της ασθενούς

ΕΥΔΟΞΙΑ ΛΥΚΟΥ

Κλινική Ψυχολόγος

Είναι βέβαιο πως, λόγω του εντοπισμού του στο συγκεκριμένο όργανο, ο καρκίνος του μαστού διαφέρει από άλλες μορφές καρκίνου ως προς την ψυχοκοινωνική του διάσταση. Η ασθενής καλείται μεν και εδώ να αντιμετωπίσει μια νόσο που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στον θάνατο, επιπλέον όμως της ζητείται να διαχειριστεί την ιδέα της πιθανής προσβολής ή απώλειας ενός τμήματος του σώματός της επενδεδυμένου έντονα συμβολικά για την ίδια αλλά και τον κοινωνικό περίγυρο.

Μετά τη διάγνωση, ζητείται από την ασθενή να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο «όπλο» ώστε να αντιμετωπίσει καλύτερα τον «εχθρό». Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, την προσωπικότητα, τα βιώματά της, η κάθε ασθενής θα καταφέρει να αντεπεξέλθει σε αυτή την αποστολή σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετική ταχύτητα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, φαίνεται πως οι κύριοι μηχανισμοί προσαρμογής που ενεργοποιούνται είναι οι παρακάτω:
α) Άρνηση (Denial) ή Αποφυγή (Avoidance): Η ασθενής δεν επιτρέπει σε οτιδήποτε σχετίζεται με την νόσο την πρόσβαση σε συνειδητό επίπεδο ή αναζητά συνειδητά τρόπους να αποφεύγει σχετικές σκέψεις ή συναισθήματα. Αρνείται τη διάγνωση, αποφεύγει να συζητά για το θέμα και κλείνει γρήγορα τη συζήτηση εάν αναφερθεί από τρίτο.

β) Μαχητικότητα (Fighting Spirit): H ασθενής έχει την τάση να αντιμετωπίζει την νόσο ως μια πρόκληση, μια μάχη από την οποία σκοπεύει να βγει νικήτρια. Πιστεύει πως η θετική της στάση θα ωφελήσει την υγεία της, είναι ιδιαίτερα (όχι υπερβολικά) ενεργή στην αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με την κατάστασή της και τους τρόπους αντιμετώπισης, ενώ προσπαθεί να «ζει μια φυσιολογική ζωή» παραμένοντας αισιόδοξη ως προς την πρόγνωση.

γ) Αγχώδης Ενασχόληση (Anxious Preoccupation): Η ασθενής αντιδρά στη διάγνωση με υπερβολικό άγχος (ή/και θλίψη). Επικεντρώνεται στη νόσο, επιτρέποντάς της να καταλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή της. Επιδιώκει ενεργητικά να συγκεντρώσει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί, αλλά έχει την τάση να τις ερμηνεύει με τρόπο αρνητικό και απαισιόδοξο. Δεν αισθάνεται ικανή να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης, το μέλλον της φαίνεται αβέβαιο και απρόβλεπτο και καταναλώνει απίστευτο χρόνο αναζητώντας νέα «σημάδια» και συμπτώματα της νόσου, οδηγούμενη συχνά σε παρερμηνείες που αυξάνουν το άγχος της. Το άγχος μπορεί να αντιμετωπιστεί και με τα ανθοιαματα

δ) Στωική Αποδοχή (Stoic Acceptance): Η ασθενής αποδέχεται παθητικά τη διάγνωση. Δεν αναζητά πληροφορίες γι’αυτήν και δεν επιζητά να αναλάβει τον έλεγχο της κατάστασης, καθώς πιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και θα πρέπει να το αποδεχτεί. Ενεργές στρατηγικές αντιμετώπισης της νόσου εκλίπουν και η παθητικότητα απέναντι στην νέα πραγματικότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό.

ε) Απελπισία/Αβοηθητότητα (Hopelessness/Helplessness): Η ασθενής κυριεύεται από την απειλή του καρκίνου. Η προσοχή της επικεντρώνεται στην απειλή του θανάτου ή/και της απώλειας ή στην ιδέα της νόσου ως προσωπικής ήττας. Αισθάνεται πως δεν μπορεί να ελέγξει την κατάσταση και συχνά βιώνει την αρνητική εξέλιξη που την τρομάζει σαν αυτή να έχει ήδη συμβεί. Η καθημερινή της λειτουργικότητα είναι έντονα επηρεασμένη.

Η προσαρμογή στον καρκίνο του μαστού είναι μια συνεχής διαδικασία αλλεπάλληλων μεταβολών, είναι λοιπόν σημαντικό να έχουμε υπόψη μας όλες τις παραπάνω παραμέτρους, καθώς η ασθενής είναι δυνατόν να αντιδράσει διαδοχικά με διαφορετικούς τρόπους. Η στωική αποδοχή φαίνεται, σύμφωνα με τις έρευνες, να είναι ο κύριος μηχανισμός που επικρατεί, τόσο άμεσα (περίπου 50%) όσο και μακροπρόθεσμα (περίπου 70% ένα εώς δύο χρόνια μετά τη διάγνωση).

Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο τρόπος αντιμετώπισης της νόσου, όσο και άλλες πτυχές της προσωπικότητας των ασθενών, φαίνεται να μπορούν να επηρεάσουν την πρόγνωση. Η μέθοδος της άρνησης φαίνεται να δρα προστατευτικά στο άμεσο διάστημα που ακολουθεί τη χειρουργική θεραπεία για καρκίνο του μαστού πρώιμου σταδίου, ενώ καλύτερη πρόγνωση παρουσιάζουν και ασθενείς που αντιδρούν με μαχητικότητα στο αντίστοιχο στάδιο. Αντιθέτως, η απελπισία/αβοηθητότητα παρουσιάζεται σταθερά ως ο λιγότερο βοηθητικός τρόπος αντιμετώπισης της νόσου στο πρώιμο στάδιό της από πληθώρα ερευνών τα τελευταία 15 χρόνια.

Οι ψυχολογικοί παράγοντες δεν φαίνεται ωστόσω να επιδρούν στις πιθανότητες επιβίωσης ασθενών σε προχωρημένο στάδιο, όπου οι βιολογικοί παράγοντες έχουν τον κυρίαρχο ρόλο.

Στο διάστημα που ακολουθεί τη διάγνωση, σημαντικό ποσοστό ασθενών μπορεί να παρουσιάσει κάποιο είδος συναισθηματικής διαταραχής, με την αγχώδη διαταραχή και την κατάθλιψη να εμφανίζονται συχνότερα, η οποία αυτοπεριορίζεται μετά από κάποιο διάστημα για τις περισσότερες γυναίκες, ή παραμένει σε ήπια μορφή. Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, μόνο ένα 5% των ασθενών παρουσιάζει σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή (μείζονα κατάθλιψη) που απαιτεί θεραπεία.

Ως γνωστόν, συχνές είναι και οι δυσκολίες στη σεξουαλική ζωή των ασθενών μετά από χειρουργική θεραπεία, με τη σοβαρότητά τους να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το είδος της επέμβασης (ογκεκτομή ή μαστεκτομή). Το είδος της επέμβασης φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά και την εικόνα του εαυτού, με τις δυο μεθόδους να επιδρούν άμεσα σε αυτή, και τις ριζικές επεμβάσεις να προκαλούν πιο μακροπρόθεσμες και επειμένουσες αλλαγές. Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες μπορεί επίσης να δράσουν επιβαρυντικά στη συναισθηματική κατάσταση της ασθενούς και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά με τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Καθώς συχνά παρατηρείται δυσκολία των γυναικών να αναφέρουν τέτοιου είδους δυσκολίες στο γιατρό τους, είναι χρήσιμο ο ίδιος να ρωτά ανοιχτά τις ασθενείς του σχετικά και να τις κατευθύνει ως προς τους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης.

Ενώ οι ψυχιατρικές επιπλοκές του καρκίνου του μαστού απαιτούν αντιμετώπιση, χρειάζεται κριτική ικανότητα ως προς την επιλογή της θεραπείας (φαρμακοθεραπεία – ψυχοθεραπεία ή και συνδυασμός των δυο). Πιθανές αλληλεπιδράσεις των σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη, ενώ η ψυχοθεραπεία (κυρίως γνωσιακή-συμπεριφοριστική) αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για γυναίκες που δεν δέχονται να «πάρουν ψυχοφάρμακα» λόγω των στερεοτύπων που ακόμα υπάρχουν στην κοινωνία. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ωστόσο, και η παραπομπή σε ψυχολόγο μπορεί να δράσει αρνητικά, και θα πρέπει να προτείνεται κατά περίπτωση και με προσοχή από τον γιατρό, στα πλαίσια μιας ανοιχτής συζήτησης πάνω στις συναισθηματικές δυσκολίες της ασθενούς και την ανάγκη να φροντίσει τον εαυτό της και σε αυτό το κομμάτι κατά τη δύσκολη αυτή περίοδο. Σε περίπτωση που μια τέτοια προτροπή κρίνεται μη σκόπιμη για συγκεκριμένες ασθενείς για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο γιατρός καλείται ο ίδιος να αναλάβει το ρόλο αυτό με ευαισθησία και κατανόηση. Θα πρέπει να δίνεται ο χώρος και ο χρόνος στην ασθενή να εκφράσει τα συναισθήματά της, με συναισθαντική κατανόηση από μέρους του γιατρού για τα όσα εκείνη εκφράζει και βιώνει, αλλά και ταυτόχρονη αντιπαράθεση σε τυχόν παράλογες ιδέες που μπορεί να τη βασανίζουν, αντιπροτείνοντας λειτουργικότερους τρόπους θεώρησης των δεδομένων προς αναζήτηση πρακτικών και συχνά καινοτόμων λύσεων στα προβλήματα που την απασχολούν.

Τέλος, γνωρίζοντας το ρόλο του υποστηρικτικού δικτύου (οικογένεια και κοινωνικό περιβάλλον) στην προσαρμογή στη νόσο, είναι σημαντικό να εξετάζεται η δυναμική αυτού και να προτείνεται ψυχολογική υποστήριξη και στα μέλη της οικογένειας στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται χρήσιμο. Ένα υγιές οικογενειακό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης των πιθανοτήτων προσαρμογής στη νόσο και βελτίωσης της ποιότητας ζωής της ασθενούς στη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής της, και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα επίδρασης σε αυτό, δεν θα πρέπει να παρακάμπτεται.

Αποφεύγοντας τον κίνδυνο υποτροπής

Οι κακοήθεις όγκοι «διασπείρουν» μεμονωμένα καρκινικά κύτταρα μέσω της κυκλοφορίας του αίματος ή του συστήματος των λεμφαγγείων σε άλλα σημεία του σώματος. Τα εν λόγω διάσπαρτα καρκινικά κύτταρα συχνά παραμένουν, άγνωστο για πόσο, ως «ναρκωμένα κύτταρα», έως ότου αρχίσουν αιφνιδίως να διαιρούνται ακατάπαυστα, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό νέους όγκους. Το γεγονός αυτό χαρακτηρίζεται ως υποτροπή.Ο καρκίνος του μαστού ενδέχεται να έχει διασπείρει μεμονωμένα καρκινικά κύτταρα ακόμα και πριν από την επέμβαση. Συνεπώς, το ενδεχόμενο υποτροπής είναι πιθανό ακόμα και μετά από μία μαστεκτομή. Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση με τις σχετικές εξετάσεις να διαπιστώσουμε με ασφάλεια αν συνεχίζουν να υπάρχουν καρκινικά κύτταρα.

Σε γενικές γραμμές, η ασθενής διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής μέσα στα πρώτα πέντε έτη μετά από τη διάγνωση. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίο μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα λαμβάνουν χώρα τακτικές εξετάσεις, με σκοπό να εντοπιστεί το συντομότερο δυνατό κάποιος νέος όγκος. Μετά το πέρας των πέντε ετών, ο κίνδυνος υποτροπής αρχίζει να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.

 

Η διάγνωση του καρκίνου του μαστού αλλά και η πιθανή πορεία αποθεραπείας από τη νόσο θα πρέπει να γίνεται γνωστή στα παιδιά. Εκτός από το φόβο που θα έχουν για τη μητέρα τους, θα τους γεννηθούν και πολλά ερωτήματα, για τα οποία δεν θα υπάρχει πάντα μία απάντηση.

  • Τι ακριβώς είναι ο καρκίνος;
  • Τι συμβαίνει στο νοσοκομείο;
  • Θα πεθάνει η μαμά;
  • Θα αρρωστήσω και εγώ;

Η μητέρα καλείται, ταυτόχρονα με τη νόσο, να διαχειριστεί και τον φόβο και την ανασφάλεια των παιδιών της.  Άραγε θα πρέπει να πει ολόκληρη την αλήθεια; Οι ειδικοί συμβουλεύουν τη μητέρα να μην προσποιηθεί στα παιδιά και να μην προσπαθήσει να ωραιοποιήσει την κατάσταση. Τα παιδιά έχουν ευαίσθητες «κεραίες» και μπορούν να αντιληφθούν πότε τους λέμε ψέματα. Υπάρχουν φυλλάδια και βιβλία, κατάλληλα για την εκάστοτε ηλικιακή κατηγορία, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν σημαντικά τα παιδιά να κατανοήσουν τη νόσο και να έρθουν σε επαφή με την ιδέα του θανάτου με τρόπο λειτουργικό και όχι τραυματικό.

Σε περίπτωση που οι γονείς αισθανθούν πως δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν μόνοι τους σε αυτό το δύσκολο έργο, καλό θα ήταν να απευθυνθούν σε ένα οικογενειακό θεραπευτή.

Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που ο καρκίνος επηρεάζει ένα μόνο άτομο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αλλάζει η ζωή ολόκληρης της οικογένειας και των φίλων. Μια ασθενής μπορεί να αναζητά την υποστήριξη των συγγενών και των φίλων της, ενώ κάποια άλλη ενδέχεται να μην θέλει να γίνει «βάρος» και να απομονώνεται. Αρκετές είναι εκείνες που ανησυχούν για τα βάρη που πέφτουν στις πλάτες των οικογενειών τους.

Δεν είναι σπάνιες οι φορές που όλοι οι εμπλεκόμενοι νοιώθουν απελπισία. Μπορεί η απομόνωση να είναι η πρώτη αντίδραση, η οποία ασφαλώς και δικαιολογείται όταν είναι παροδική, μακροπρόθεσμα όμως, όλοι θα ωφεληθούν όταν η μητέρα αποκτήσει και πάλι ενεργό ρόλο μέσα στην οικογένεια. Εξίσου σημαντικό για την ίδια είναι να συζητά με φίλους και να επωφεληθεί από την υποστήριξη που μπορούν να της προσφέρουν.

Εκτός από τη συναισθηματική επιβάρυνση, η νόσος παρεμποδίζει και την καθημερινότητα. Ποιος θα φροντίζει τα παιδιά όταν η μαμά θα πρέπει να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο για μεγάλο χρονικό διάστημα και ο μπαμπάς δεν μπορεί να πάρει άδεια; Ποιος θα τα πηγαίνει και θα τα φέρνει από το σχολείο, ποιος θα κάνει τις αγορές, ποιος θα μαγειρεύει, ποιος θα καθαρίζει;

Η δύναμη βρίσκεται στην ομάδα υποστήριξης από τους φίλους και την οικογένεια.
Οι συγγενείς και φίλοι θα πρέπει να σχηματίσουν μία ομάδα, ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις πολλές δύσκολες καταστάσεις. Αν συνταχθούν όλοι στον ίδιο σκοπό, όχι απλά θα μπορέσουν να υποστηρίξουν τη διαδικασία ίασης της ασθενούς αλλά θα είναι και σε θέση να διευκολύνουν ο ένας τη ζωή του άλλου. Αν οι εργασίες καταμεριστούν και υπάρξει μέριμνα και σεβασμός για τις ανάγκες όλων, τότε τα άτομα της ομάδας θα αποκτήσουν την απαιτούμενη δύναμη για την αντιμετώπιση της κρίσης και θα μπορέσουν να βρίσκονται στο πλάι των μελών της οικογένειας της ασθενούς.

Ο υπερπροστατευτισμός δεν πρόκειται να βοηθήσει τη μητέρα. Η ίδια θα πρέπει να αναθέσει ενεργό ρόλο στα παιδιά της. Να τους εξηγήσει ότι θα πρέπει για κάποιο διάστημα να μείνει στο νοσοκομείο ή ότι χρειάζεται ηρεμία όταν επιστρέφει στο σπίτι. Μια καλή λύση θα ήταν να ρωτήσει αν θα τα πείραζε να ερχόταν στο σπίτι για λίγες εβδομάδες η γιαγιά και ο παππούς για να τα φροντίσουν, αν συμφωνούν να μαγειρεύει η καλή της φίλη το μεσημεριανό ή να τα πηγαίνει η θεία στο σχολείο και να τα επιστρέφει σπίτι μετά το τέλος των μαθημάτων.

Είναι σημαντικό η μητέρα να μην λειτουργήσει βεβιασμένα. Τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει μονομιάς, πόσο μάλλον το πρόγραμμα της οικογένειας. Οι λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας που έχει δημιουργήσει η νόσος του καρκίνου, θα προκύψουν σιγά σιγά.

ΕΥΔΟΞΙΑ ΛΥΚΟΥ

Κλινική Ψυχολόγος

Είναι βέβαιο πως, λόγω του εντοπισμού του στο συγκεκριμένο όργανο, ο καρκίνος του μαστού διαφέρει από άλλες μορφές καρκίνου ως προς την ψυχοκοινωνική του διάσταση. Η ασθενής καλείται μεν και εδώ να αντιμετωπίσει μια νόσο που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στον θάνατο, επιπλέον όμως της ζητείται να διαχειριστεί την ιδέα της πιθανής προσβολής ή απώλειας ενός τμήματος του σώματός της επενδεδυμένου έντονα συμβολικά για την ίδια αλλά και τον κοινωνικό περίγυρο.

Μετά τη διάγνωση, ζητείται από την ασθενή να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο «όπλο» ώστε να αντιμετωπίσει καλύτερα τον «εχθρό». Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, την προσωπικότητα, τα βιώματά της, η κάθε ασθενής θα καταφέρει να αντεπεξέλθει σε αυτή την αποστολή σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετική ταχύτητα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, φαίνεται πως οι κύριοι μηχανισμοί προσαρμογής που ενεργοποιούνται είναι οι παρακάτω:
α) Άρνηση (Denial) ή Αποφυγή (Avoidance): Η ασθενής δεν επιτρέπει σε οτιδήποτε σχετίζεται με την νόσο την πρόσβαση σε συνειδητό επίπεδο ή αναζητά συνειδητά τρόπους να αποφεύγει σχετικές σκέψεις ή συναισθήματα. Αρνείται τη διάγνωση, αποφεύγει να συζητά για το θέμα και κλείνει γρήγορα τη συζήτηση εάν αναφερθεί από τρίτο.

β) Μαχητικότητα (Fighting Spirit): H ασθενής έχει την τάση να αντιμετωπίζει την νόσο ως μια πρόκληση, μια μάχη από την οποία σκοπεύει να βγει νικήτρια. Πιστεύει πως η θετική της στάση θα ωφελήσει την υγεία της, είναι ιδιαίτερα (όχι υπερβολικά) ενεργή στην αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με την κατάστασή της και τους τρόπους αντιμετώπισης, ενώ προσπαθεί να «ζει μια φυσιολογική ζωή» παραμένοντας αισιόδοξη ως προς την πρόγνωση.

γ) Αγχώδης Ενασχόληση (Anxious Preoccupation): Η ασθενής αντιδρά στη διάγνωση με υπερβολικό άγχος (ή/και θλίψη). Επικεντρώνεται στη νόσο, επιτρέποντάς της να καταλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή της. Επιδιώκει ενεργητικά να συγκεντρώσει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί, αλλά έχει την τάση να τις ερμηνεύει με τρόπο αρνητικό και απαισιόδοξο. Δεν αισθάνεται ικανή να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης, το μέλλον της φαίνεται αβέβαιο και απρόβλεπτο και καταναλώνει απίστευτο χρόνο αναζητώντας νέα «σημάδια» και συμπτώματα της νόσου, οδηγούμενη συχνά σε παρερμηνείες που αυξάνουν το άγχος της.

δ) Στωική Αποδοχή (Stoic Acceptance): Η ασθενής αποδέχεται παθητικά τη διάγνωση. Δεν αναζητά πληροφορίες γι’αυτήν και δεν επιζητά να αναλάβει τον έλεγχο της κατάστασης, καθώς πιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και θα πρέπει να το αποδεχτεί. Ενεργές στρατηγικές αντιμετώπισης της νόσου εκλίπουν και η παθητικότητα απέναντι στην νέα πραγματικότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό.

ε) Απελπισία/Αβοηθητότητα (Hopelessness/Helplessness): Η ασθενής κυριεύεται από την απειλή του καρκίνου. Η προσοχή της επικεντρώνεται στην απειλή του θανάτου ή/και της απώλειας ή στην ιδέα της νόσου ως προσωπικής ήττας. Αισθάνεται πως δεν μπορεί να ελέγξει την κατάσταση και συχνά βιώνει την αρνητική εξέλιξη που την τρομάζει σαν αυτή να έχει ήδη συμβεί. Η καθημερινή της λειτουργικότητα είναι έντονα επηρεασμένη.

Η προσαρμογή στον καρκίνο του μαστού είναι μια συνεχής διαδικασία αλλεπάλληλων μεταβολών, είναι λοιπόν σημαντικό να έχουμε υπόψη μας όλες τις παραπάνω παραμέτρους, καθώς η ασθενής είναι δυνατόν να αντιδράσει διαδοχικά με διαφορετικούς τρόπους. Η στωική αποδοχή φαίνεται, σύμφωνα με τις έρευνες, να είναι ο κύριος μηχανισμός που επικρατεί, τόσο άμεσα (περίπου 50%) όσο και μακροπρόθεσμα (περίπου 70% ένα εώς δύο χρόνια μετά τη διάγνωση).

Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο τρόπος αντιμετώπισης της νόσου, όσο και άλλες πτυχές της προσωπικότητας των ασθενών, φαίνεται να μπορούν να επηρεάσουν την πρόγνωση. Η μέθοδος της άρνησης φαίνεται να δρα προστατευτικά στο άμεσο διάστημα που ακολουθεί τη χειρουργική θεραπεία για καρκίνο του μαστού πρώιμου σταδίου, ενώ καλύτερη πρόγνωση παρουσιάζουν και ασθενείς που αντιδρούν με μαχητικότητα στο αντίστοιχο στάδιο. Αντιθέτως, η απελπισία/αβοηθητότητα παρουσιάζεται σταθερά ως ο λιγότερο βοηθητικός τρόπος αντιμετώπισης της νόσου στο πρώιμο στάδιό της από πληθώρα ερευνών τα τελευταία 15 χρόνια.

Οι ψυχολογικοί παράγοντες δεν φαίνεται ωστόσω να επιδρούν στις πιθανότητες επιβίωσης ασθενών σε προχωρημένο στάδιο, όπου οι βιολογικοί παράγοντες έχουν τον κυρίαρχο ρόλο.

Στο διάστημα που ακολουθεί τη διάγνωση, σημαντικό ποσοστό ασθενών μπορεί να παρουσιάσει κάποιο είδος συναισθηματικής διαταραχής, με την αγχώδη διαταραχή και την κατάθλιψη να εμφανίζονται συχνότερα, η οποία αυτοπεριορίζεται μετά από κάποιο διάστημα για τις περισσότερες γυναίκες, ή παραμένει σε ήπια μορφή. Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, μόνο ένα 5% των ασθενών παρουσιάζει σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή (μείζονα κατάθλιψη) που απαιτεί θεραπεία.

Ως γνωστόν, συχνές είναι και οι δυσκολίες στη σεξουαλική ζωή των ασθενών μετά από χειρουργική θεραπεία, με τη σοβαρότητά τους να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το είδος της επέμβασης (ογκεκτομή ή μαστεκτομή). Το είδος της επέμβασης φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά και την εικόνα του εαυτού, με τις δυο μεθόδους να επιδρούν άμεσα σε αυτή, και τις ριζικές επεμβάσεις να προκαλούν πιο μακροπρόθεσμες και επειμένουσες αλλαγές. Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες μπορεί επίσης να δράσουν επιβαρυντικά στη συναισθηματική κατάσταση της ασθενούς και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά με τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Καθώς συχνά παρατηρείται δυσκολία των γυναικών να αναφέρουν τέτοιου είδους δυσκολίες στο γιατρό τους, είναι χρήσιμο ο ίδιος να ρωτά ανοιχτά τις ασθενείς του σχετικά και να τις κατευθύνει ως προς τους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης.

Ενώ οι ψυχιατρικές επιπλοκές του καρκίνου του μαστού απαιτούν αντιμετώπιση, χρειάζεται κριτική ικανότητα ως προς την επιλογή της θεραπείας (φαρμακοθεραπεία – ψυχοθεραπεία ή και συνδυασμός των δυο). Πιθανές αλληλεπιδράσεις των σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη, ενώ η ψυχοθεραπεία (κυρίως γνωσιακή-συμπεριφοριστική) αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για γυναίκες που δεν δέχονται να «πάρουν ψυχοφάρμακα» λόγω των στερεοτύπων που ακόμα υπάρχουν στην κοινωνία. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ωστόσο, και η παραπομπή σε ψυχολόγο μπορεί να δράσει αρνητικά, και θα πρέπει να προτείνεται κατά περίπτωση και με προσοχή από τον γιατρό, στα πλαίσια μιας ανοιχτής συζήτησης πάνω στις συναισθηματικές δυσκολίες της ασθενούς και την ανάγκη να φροντίσει τον εαυτό της και σε αυτό το κομμάτι κατά τη δύσκολη αυτή περίοδο. Σε περίπτωση που μια τέτοια προτροπή κρίνεται μη σκόπιμη για συγκεκριμένες ασθενείς για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο γιατρός καλείται ο ίδιος να αναλάβει το ρόλο αυτό με ευαισθησία και κατανόηση. Θα πρέπει να δίνεται ο χώρος και ο χρόνος στην ασθενή να εκφράσει τα συναισθήματά της, με συναισθαντική κατανόηση από μέρους του γιατρού για τα όσα εκείνη εκφράζει και βιώνει, αλλά και ταυτόχρονη αντιπαράθεση σε τυχόν παράλογες ιδέες που μπορεί να τη βασανίζουν, αντιπροτείνοντας λειτουργικότερους τρόπους θεώρησης των δεδομένων προς αναζήτηση πρακτικών και συχνά καινοτόμων λύσεων στα προβλήματα που την απασχολούν.

Τέλος, γνωρίζοντας το ρόλο του υποστηρικτικού δικτύου (οικογένεια και κοινωνικό περιβάλλον) στην προσαρμογή στη νόσο, είναι σημαντικό να εξετάζεται η δυναμική αυτού και να προτείνεται ψυχολογική υποστήριξη και στα μέλη της οικογένειας στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται χρήσιμο. Ένα υγιές οικογενειακό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης των πιθανοτήτων προσαρμογής στη νόσο και βελτίωσης της ποιότητας ζωής της ασθενούς στη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής της, και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα επίδρασης σε αυτό, δεν θα πρέπει να παρακάμπτεται.

Πότε είναι απαραίτητη η ψυχολογική υποστήριξη;

Η διάγνωση «καρκίνος του μαστού» επιφέρει μία βαθιά τομή στη ζωή μιας γυναίκας. Η αυριανή ημέρα δεν θα μοιάζει σε τίποτα με τη σημερινή. Αισθήματα όπως η απελπισία και η αδυναμία κάνουν την εμφάνισή τους. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό.

Ξαφνικά, στο επίκεντρο μπαίνει η ασθένεια. Ενδέχεται να υπάρξουν φάσεις, κατά τις οποίες η εξάντληση θα είναι τόσο μεγάλη, που οι ίδιες της οι δυνάμεις της δεν θα επαρκούν για να αντιμετωπίσει τη νόσο.Τότε θα πρέπει να αναζητήσει βοήθεια από την οικογένεια, φίλους, ομάδες αυτοβοήθειας ή και ψυχολογική υποστήριξη.

Πότε είναι απαραίτητη η ψυχολογική υποστήριξη;

Δεν είναι απαραίτητο όλες οι ασθενείς με καρκίνο του μαστού να χρειαστούν επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη. Ωστόσο, όταν το σώμα ασθενεί συχνά υποφέρει μαζί του και η ψυχή. Μία συζήτηση με ένα ψυχολόγο θα μπορούσε να αποδειχτεί εξαιρετικά ωφέλιμη για την αντιμετώπιση της νόσου. Πολλές φορές, όταν η ίδια η ασθενής δεν παίρνει την απόφαση να επισκεφθεί κάποιον ειδικό, οι στενοί συγγενείς είναι αυτοί που παίρνουν την πρωτοβουλία, διότι νοιώθουν ότι η κατάσταση τους ξεπερνά.

Εάν η αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού θέτει σε κίνδυνο την ψυχολογική κατάσταση της ασθενούς, τότε η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση είναι απαραίτητη και μπορεί να βοηθήσει σημαντικά την ασθενή. Είναι σημαντικό η ασθενής να γνωρίζει ότι, το να καταφύγει σε κάποιον ειδικό για ψυχολογική υποστήριξη/συμβουλευτική δεν σημαίνει ότι πάσχει από κάποια ψυχική νόσο.

Η ισορροπημένη διατροφή είναι πολύ σημαντική κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας:

  • Γίνεται πιο ανεκτή η θεραπεία
  • Το σώμα της ασθενούς σας δεν χάνει πολύτιμα αποθέματα
  • Το ανοσοποιητικό της σύστημα ενισχύεται

Η χημειοθεραπεία είναι μια πρόσθετη επιβάρυνση για το σώμα και η καθημερινή ανάγκη για θερμίδες αυξάνεται. Το σώμα της ασθενούς σας δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται με λιπαρά και φτωχά σε βιταμίνες φαγητά, αλλά να λαμβάνει τροφές πλούσιες σε θρεπτικές ουσίες, όπως φρούτα και λαχανικά.

Μια σωστά προσαρμοσμένη διατροφή μπορεί να κατευνάσει τυχόν παρενέργειες

Οι παρενέργειες που προκαλούν φόβο δεν συνδέονται αυτόματα με τη χημειοθεραπεία. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί φάρμακα που μπορούν να εμποδίσουν την εμφάνιση αυτών των παρενεργειών. Ο γιατρός ορίζει τη φαρμακευτική αγωγή προληπτικά. Οι σύγχρονες ουσίες που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία έχουν αναπτυχθεί έτσι ώστε να εμφανίζουν όσο το δυνατόν λιγότερες παρενέργειες. Αυτό που κάνουν -και αυτή είναι η θεραπευτική τους δράση- είναι να αναστέλλουν την κυτταρική διαίρεση των καρκινικών κυττάρων, αλλά και των υγειών κυττάρων. Ωστόσο, στα μεσοδιαστήματα της θεραπείας οι υγιείς ιστοί έχουν χρόνο για να ανακάμψουν.

Μετά τη χημειοθεραπεία μπορεί να εμφανιστούν παρενέργειες σε εκείνα τα όργανα που ανανεώνονται συχνά, π.χ. στον βλεννογόνο του στόματος, του στομάχου και του εντέρου. Τα νύχια μεγαλώνουν πιο αργά, η ανάπτυξη των μαλλιών σταματά για ένα μικρό διάστημα. Κατά κάποιον τρόπο δημιουργείται ένα κενό στην ανάπτυξη των μαλλιών που γίνεται ορατό όταν τα μαλλιά πέσουν. Σε καμία περίπτωση δεν καταστρέφονται οι ρίζες των μαλλιών από τη χημειοθεραπεία. Σε κάθε περίπτωση τα μαλλιά βγαίνουν ξανά.

Φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος

Το μέγεθος της φλεγμονής του βλεννογόνου του στόματος μπορεί να διαφέρει σημαντικά. Η επώδυνη φάση, κατά την οποία λαμβάνονται παυσίπονα, διαρκεί τις περισσότερες φορές μόνο δύο με τρεις ημέρες. Ορισμένες συμβουλές για να βοηθήσουν της ασθενή σας είναι οι ακόλουθες:

  • Να προτιμά τα μαλακά φαγητά που καταπίνονται εύκολα
  • Να αποφεύγει καλύτερα τα πικάντικα και τα ξινά
  • Μπορεί προσωρινά να λάβει μόνο υγρά και να αναπληρώσει τις ημερήσιες ανάγκες της με θρεπτικά υγρά και σούπες

Αλλαγή της αίσθησης της γεύσης

Κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας μπορεί προσωρινά να αλλάξει η αίσθηση της γεύσης. Μερικές φορές το πικρό δεν είναι πικρό ή μια ελαφριά σούπα είναι υπερβολικά αλμυρή. Το γλυκό, κυρίως όταν υπάρχει γλυκαντική ουσία, είναι ανυπόφορο. Αυτό οφείλεται σε μια βλάβη των νεύρων στους γευστικούς κάλυκες που βρίσκονται στη γλώσσα. Αυτή η αλλαγή στην αίσθηση της γεύσης επηρεάζει και την όρεξη. Η όρεξη για φαγητό ξεκινάει από το μυαλό. Περιμένουμε, πριν ακόμα δούμε το φαγητό, μια συγκεκριμένη γεύση. Όταν το αγαπημένο σνίτσελ ξαφνικά έχει γεύση άχυρου και η γεύση της τούρτας δε θυμίζει γλυκό, πολλοί ασθενείς τρομάζουν και παθαίνουν πανικό.

Η ασθενής δεν πρέπει να φοβάται ότι έχασε για πάντα την όρεξη για φαγητό. Η αλλαγή στην αίσθηση της γεύσης υποχωρεί σταδιακά μετά το τέλος της χημειοθεραπειας.

Αίσθηση κορεσμού και απώλεια όρεξης

Το 60% περίπου των ασθενών περνάνε περιόδους που δεν έχουν όρεξη για φαγητό. Κάποιες φορές η αιτία για την απώλεια της όρεξης είναι τα συνοδά νοσήματα, όπως η γαστρίτιδα ή η κατάθλιψη, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν με φαρμακευτική αγωγή.

Ναυτία και εμετός

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί αποτελεσματικά φάρμακα για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμετού. Και σε αυτήν την περίπτωση, αυτές οι τρομακτικές παρενέργειες δεν συνδέονται αυτόματα με τη χημειοθεραπεία.

Ανάλογα με την ευαισθησία της ασθενούς σας, μπορεί ακόμα και μέρες μετά τη χημειοθεραπεία να νιώσει ναυτία που μπορεί να οδηγήσει σε εμετό. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνει την φαρμακευτική αγωγή του θεράποντος ιατρού για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η σωστή διατροφή μπορεί να καταπραΰνει τη ναυτία

  • Πολύ καλός για την περίπτωση αυτή είναι ο φυσικός ζωμός λαχανικών από τη συλλογή με τις συνταγές μας. Ηρεμεί το στομάχι και τροφοδοτεί με σημαντικά μεταλλικά στοιχεία. Καταπίνεται εύκολα και είναι ανεκτός ακόμα και σε περίπτωση ναυτίας.
  • Η σούπα πρέπει να τρώγεται σιγά-σιγά και σε μικρές μερίδες χρησιμοποιώντας καλύτερα κουταλάκι του γλυκού. Έτσι δεν επιβαρύνεται υπερβολικά το στομάχι.
  • Σε αυτήν τη φάση πρέπει να αποφεύγονται τα πολύ όξινα υγρά, όπως τον χυμό πορτοκαλιού ή άλλους χυμούς φρούτων.
  • Για να νικηθεί η δίψα η ασθενής σας μπορεί να πιεί άφθονα χλιαρά αφεψήματα βοτάνων και τζίντζερ. Τα συστατικά του τζίντζερ δρουν κατευθείαν στο κέντρο του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τον εμετό και ηρεμούν το στομάχι όπως το χαμομήλι.
  • Άσκηση πίεσης για να αντιμετωπιστεί η ναυτία: Χρησιμοποιώντας τρία δάχτυλα η ασθενής σας μπορεί να κάνει μασάζ στο σημείο που βρίσκεται κάτω από την παλάμη, πολλές φορές την ημέρα για μερικά λεπτά.

Διάρροια

Λόγω της βλάβης στον βλεννογόνο του εντέρου μπορεί εκτός από κολικός πόνος να εμφανιστεί και διάρροια. Σπανίως εμφανίζεται πολύ έντονη διάρροια (περισσότερες από 6 φορές την ημέρα). Αν η ασθενής σας δεν πίνει αρκετά υγρά υπάρχει κίνδυνος αφυδάτωσης που μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη στα νεφρά. Ο γιατρός θα πρέπει να ενημερωθεί και να αποφασίσει αν πρέπει να χορηγηθεί ορός.

Σε πιο ελαφριές περιπτώσεις με τη σωστή επιλογή τροφίμων μπορεί να αποφευχθεί η έλλειψη μεταλλικών στοιχείων και να ελεγχθεί η διάρροια. Αυτή η φάση διαρκεί μόνο δύο με τρεις ημέρες, όπως και η φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος.

  • Θα πρέπει να αποφεύγεται ο καφές το πρωί αφού ερεθίζει πολύ έντονα τη δραστηριότητα του εντέρου.
  • Κατά τη φάση της όξυνσης η ασθενής σας δεν θα πρέπει να καταναλώνει τροφές με μεγάλη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, όπως προϊόντα ολικής αλέσεως, όσπρια, ωμά φρούτα και λαχανικά.
  • Κατανάλωση πολλών υγρών.
  • Αποφυγή κατανάλωσης γάλακτος και λίπους.
  • Μια σούπα με καρότα και ρύζι καταπραΰνει τη διάρροια. Μπορεί επίσης να φάει κολοκυθάκια στον ατμό, βραστά σπαράγγια και καλά μαγειρεμένη κομπόστα μήλων.
  • Όταν η διάρροια υποχωρεί θα πρέπει να προτιμήσει πιάτα χαμηλών λιπαρών με πατάτες ή απλώς πατάτες βρασμένες με τη φλούδα τους με τυρί επάλειψης και μυρωδικά.
  • Το γιαούρτι είναι κατάλληλο για την επόμενη φάση ώστε να αποκατασταθεί η χλωρίδα του εντέρου.

 

 

Κάνε εγγραφή στο Newsletter

Pharm 16 free shipping icon
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ